Για αρκετά χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θεωρούσαν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ως σημαντική υπαρξιακή απειλή για την περιοχή στη Μέση Ανατολή, τοποθετώντας το στις προτεραιότητες της στρατηγικής τους ατζέντας. Μυστικές επιχειρήσεις όπως η κυβερνοεπίθεση Stuxnet του Ισραήλ (δεν επιβεβαιώνεται επίσημα) και οι στοχευμένες δολοφονίες, παράλληλα με τις κυρώσεις και τη διπλωματία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μέσω του JCPOA (Joint Comprehensive Plan of Action) του 2015 με τη συμμετοχή του Ιράν και των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αντικατοπτρίζουν μια συνεχή προσπάθεια περιορισμού των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν.
Η ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στις 13 Ιουνίου 2025, με την ονομασία επιχείρηση <Rising Lion> που στόχευε τις εγκαταστάσεις του Ιράν στη Νατάνζ και άλλες πυρηνικές εγκαταστάσεις, δεν ήταν εντελώς απροσδόκητη. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε επανειλημμένα δηλώσει την ετοιμότητά του να δράσει και οι αναφορές των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, ήδη από τον Μάιο του 2025, ανέφεραν τις προετοιμασίες του Ισραήλ. Ωστόσο, η χρονική στιγμή αυτού του χτυπήματος εγείρει σοβαρές ανησυχίες δεδομένου του κλιμακούμενου πολέμου στην Ουκρανία και των ευρύτερων γεωπολιτικών επιπτώσεων.

Η επίθεση ήταν αναμενόμενη από τους αναλυτές που παρακολουθούν την έντονη ρητορική του Ισραήλ αλλά και τις εξελίξεις στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν είχε αυξηθεί και η άρνησή του να συνεργαστεί πλήρως με τις επιθεωρήσεις της ΔΟΑΕ (Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας), τροφοδότησε φόβους για μια στροφή προς τα πυρηνικά όπλα. Η επίθεση του Ισραήλ η οποία σκότωσε ανώτερα στρατιωτικά στελέχη του Ιράν και επιστήμονες, είχε ως στόχο να σταματήσει αυτή την πρόοδο. Οι ΗΠΑ αρχικά δεν συμμετείχαν, με τον Πρόεδρο Τραμπ να εκφράζει την απογοήτευσή του για το timing που επέλεξε το Ισραήλ να χτυπήσει, καθώς έθεσε σε κίνδυνο τη συνεχιζόμενη πυρηνική διπλωματία με τη μεσολάβηση του Ομάν. Η προηγούμενη κυβέρνηση Μπάιντεν είχε δώσει παρόμοια προτεραιότητα στη διπλωματία, καθιστώντας μια πιθανή μονομερή ενέργεια του Ισραήλ ως σημείο κλιμάκωσης της έντασης. Ενώ η επίθεση κατέστρεψε τη Νατάνζ, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι δεν θα σταματήσει μόνιμα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν λόγω της διασκορπισμένης υποδομής και της επιστημονικής του εξειδίκευσης. Η απάντηση του Ιράν με επιθέσεις χρησιμοποιώντας βαλλιστικούς πυραύλους και drones κατά του Ισραήλ – έφεραν τις ΗΠΑ και τον Πρόεδρο Τραμπ στο να εμπλακούν άμεσα βομβαρδίζοντας το Φόρντο.
Η χρονική στιγμή της διαμάχης είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Πέρα από τη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζει να εντείνεται με τη Ρωσία να βασίζεται σε drones και πυραύλους που παρέχονται από το Ιράν όπως και να σχεδιάζει την αποστολή περισσότερων στρατιωτών από τη Βόρεια Κορέα. Αυτή η σύνδεση περιπλέκει το παγκόσμιο τοπίο ασφαλείας. Μια νέα ευρύτερη και διαρκής σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επιβαρύνει τους στρατιωτικούς πόρους των ΗΠΑ οι οποίοι έχουν ήδη επιβαρυνθεί από την υποστήριξη προς την Ουκρανία και να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου (στις 19 Ιουνίου η τιμή του έφτασε σχεδόν τα 80 δολάρια ανά βαρέλι), επηρεάζοντας τις οικονομίες παγκοσμίως. Τα αντίποινα του Ιράν εναντίον αμερικανικών βάσεων ή μέσω των proxies τους όπως οι Χούθι, προσθέτουν περαιτέρω κινδύνους. Η Ρωσία, σύμμαχος του Ιράν, καταδίκασε την επίθεση αλλά προσέφερε μόνο διαμεσολάβηση πιθανώς λόγω της επικέντρωσης της στην Ουκρανία. Άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Κίνας, έχουν ζητήσει αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας τους φόβους για κλιμάκωση που μπορεί να οδηγήσει σε έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο χρόνος της επίθεσης διασταυρώνεται με τις δυναμικές της εσωτερικής πολιτικής στο Ιράν και το Ισραήλ. Το καθεστώς του Ιράν αντιμετωπίζει διαφωνίες και διαμάχες εσωτερικά, κάτι που μπορεί να σκληρύνει τη στάση του για να συγκεντρώσει υποστήριξη από συμμάχους στη περιοχή ενώ συνεχίζει να επιταχύνει τον μυστικό εμπλουτισμό ουρανίου. Στο Ισραήλ, η πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου θα μπορούσε να εξαρτηθεί από τη συνεχή στρατιωτική δράση, αυξάνοντας τις πιθανότητες για περαιτέρω κλιμάκωση και νέους γύρους επιθέσεων εκατέρωθεν. Η περιορισμένη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της επίθεσης υποδηλώνει ότι μπορεί να προκαλέσει περισσότερο αντί να αποτρέψει τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ των κρίσεων στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία ενισχύει αυτές τις ανησυχίες. Ένας περιφερειακός πόλεμος θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή και τους πόρους από την Ουκρανία όπου η υποστήριξη του ΝΑΤΟ και της Δύσης παραμένει κρίσιμη. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους θα μπορούσε επίσης να επιβαρύνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες που ήδη πιέζονται από τις επιπτώσεις του πολέμου ενώ παράλληλα θα πρέπει να φτάσουν τους νέους δημοσιονομικούς στόχους για τις δαπάνες στην άμυνα όπως συμφωνήθηκε πρόσφατα στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ με τη συμμετοχή του Προέδρου Τραμπ.
Μπορεί η ισραηλινή επίθεση να ευθυγραμμίζεται με τις προτεραιότητες ασφαλείας του Ισραήλ, ο χρόνος όμως που αποφασίστηκε κινδυνεύει να αποσταθεροποιήσει μια ήδη ασταθή παγκόσμια τάξη. Οι ΗΠΑ, παγιδευμένες μεταξύ της υποστήριξης του στρατηγικού συμμάχου τους και της αποφυγής μιας ευρύτερης σύγκρουσης, αντιμετωπίζουν μια λεπτή ισορροπία η οποία ξεπεράστηκε με τη στρατιωτική εμπλοκή τους.
Ενώ η επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν ήταν αναμενόμενη, το timing της, εν μέσω της κλιμάκωσης της κατάστασης στην Ουκρανία και των εύθραυστων πυρηνικών συνομιλιών, εγείρει εύλογες ανησυχίες. Η επίθεση υπογραμμίζει την επιμονή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Καθώς οι εντάσεις αυξάνονται, η διεθνής κοινότητα πρέπει να πλοηγηθεί σε ένα πολύπλοκο πλέγμα συγκρούσεων όπου οι λανθασμένοι υπολογισμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταστροφικά αποτελέσματα. Η διπλωματία, αν και τεταμένη, παραμένει ο καλύτερος δρόμος για την αποτροπή ενός ευρύτερου περιφερειακού ή παγκόσμιου πολέμου.
Ευστάθιος Κάσσιος
*Δημοσιεύτηκε 1/7/2025 στο Geopolitico.gr
Leave a comment